Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ έγραφε για τον Αριστοτέλη:
"Δεν είναι σφάλμα που η αρχαία σχολαστική φιλοσοφία συγκέντρωσε τις πραγματείες του Αριστοτέλη, τις σχετιζόμενες με τον λόγο, κάτω από τον τίτλο "Όργανον". Με αυτές ολοκληρώθηκε ήδη η Λογική, στα βασικά της χαρακτηριστικά... Παρά την παρουσία του Καντ και του Έγελου, η Λογική δεν έκαμε ούτε ένα βήμα πέρα από
τα ουσιώδη και αρχικά θέματά της"
του Κ. Γ. Νικολουδάκη
Ο Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης (384 - 322 π.Χ.) προσέγγισε στη λύση του προβλήματος για τη σχέση της διάνοιας-ζωής με την ύλη και για την προτεραιότητά τους, ανακαλύπτοντας τις πρώτες γενικότερες έννοιες και στοχαζόμενος πολύ απλά πάνω στην εμπειρία, αξιοποιώντας την ανακάλυψή του.
Ο Αριστοτέλης, ήδη από την εποχή που οι επιστήμες μόλις είχαν αρχίσει να σχηματίζονται,
κατάφερε να ξεχωρίσει ένα μικρό αριθμό λέξεων από το πλήθος του καθημερινού λεξιλογίου. Ξεχώρισε δέκα
θεμελιώδεις έννοιες τις οποίες αποκαλεί ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ, οι οποίες περιλαμβάνουν τα πρώτα και τα πιο
απαραίτητα γνωρίσματα που βρίσκουμε στα πράγματα της καθημερινής εμπειρίας μας. Στο ξεκίνημα της
ιστορίας της Φιλοσοφίας, ο Αριστοτέλης κατάφερε να παρατηρήσει και να απαντήσει
προκαταβολικά και καθαρά, σε όλους τους Φιλόσοφους και στους ερευνητές επιστήμονες για όλους
τους μελλοντικούς αιώνες, που οφείλεται η ικανότητα της ανθρώπινης σκέψης να γνωρίζει
περισσότερα από όσα έχει παρατηρήσει στα αισθητά πράγματα. Έδειξε ποιος είναι ο λόγος που οι
άνθρωποι μπορούσαν να φιλοσοφούν και να σχηματίσουν άποψη για τη φύση, για τον άνθρωπο και την
κοινωνία, βρίσκοντας τα κοινά χαρακτηριστικά που τα συνοδεύουν ή τα συνδέουν πάντοτε μεταξύ τους,
και τις σταθερές σχέσεις τους τις οποίες αποκαλούμε "νόμους". Έκανε μία λεπτή θεωρητική
παρατήρηση στα κοινά χαρακτηριστικά κάθε εμπειρίας και της απέδωσε τη σημασία που έπρεπε. Με τέτοια καθοδηγητική αρχή, κανένας δεν θα
μπορούσε να αντισταθεί και να μην αναπτύξει μια θεωρία για όλο τον κόσμο, διακινδυνεύοντας να πέσει σε
παγίδες και να κάνει ιστορικά λάθη, τέτοια όπως ήταν η άποψη του Αριστοτέλη για τη κεντρική θέση του ανθρώπου και
της γης μέσα στο σύμπαν. Τα λάθη του Αριστοτέλη μπροστά στις παρατηρήσεις και στις
φιλοσοφικές εργασίες και στην προσφορά του στην ανθρώπινη σκέψη ήταν ένα τεστ βλακείας για τους
χριστιανικούς αιώνες που σύντομα ακολούθησαν, χωρίς να αξιοποιηθεί η προσφορά του, παρά μόνο από
ελάχιστους σκεπτόμενους και μορφωμένους ανθρώπους.
Ο Αριστοτέλης, μεταξύ των άλλων κοινών και σταθερών γνωρισμάτων της εμπειρίας που τα ονόμασε "κατηγορίες", είχε
διαπιστώσει σαν βασικά κοινά στοιχεία των πραγμάτων την ύλη και τη μορφή. Ο
Αριστοτέλης νοούσε την ύλη αφηρημένα, χωρίς να επικεντρώνεται στην έννοια της ύλης για να
της αποδώσει ιδιότητες και συμπεριφορά, και χωρίς να θέτει το ζήτημα της δομής της ύλης. Η ύλη ήταν η αρχή κάθε δομής, μάλλον θα μας απαντούσε. Αυτό
είχε σαν συνέπεια να μην εξηγήσει την άμεση σύνδεση της ύλης με τη μορφή,
και το δυναμικό ρόλο της ύλης στο σχηματισμό των πραγμάτων. Η ύλη και η μορφή θεωρήθηκαν αυτά καθαυτά σαν τελείως διαφορετικά και αντίθετα μεταξύ τους. Ο
Αριστοτέλης για να μην αφήσει χωρίς απάντηση το
ερώτημα πώς τα πράγματα αποκτούν το πλήθος των ιδιοτήτων που παρατηρούμε, δέχτηκε σαν ουσίες
τα πιο διαδεδομένα υλικά, τα οποία είχαν παρατηρήσει οι προηγούμενοι Έλληνες φιλόσοφοι: "γη",
"ύδωρ", "αήρ" και "πυρ". Στην αρχαιότητα, η ανάμειξη αυτών των ουσιών με τις πιο φανερές
ιδιότητες και αντιθέσεις τους μπορούσε να δώσει την καλύτερη εξήγηση για την ποικιλία των
μορφών και για την ανομοιομορφία των αναρίθμητων πραγμάτων της εμπειρίας μας.
Όταν ένα πράγμα αρχίζει να υπάρχει, πρέπει να αρχίσει με κάτι και όχι από το μηδέν. Έτσι, ο Αριστοτέλης
εξηγούσε ότι η ύλη είναι αυτό το κοινό μέσο έναρξης, και συνεπώς η ύλη είναι η δυνατότητα
του πράγματος, όχι το ίδιο το πράγμα, γιατί λείπει η μορφή. Λείπει αυτό που
στη φιλοσοφία του Πλάτωνα ήταν έξω από τον αισθητό κόσμο, δηλαδή οι ιδέες, τα αιώνια
αρχέτυπα των αισθητών. Δεν μπορούσε ούτε εκείνος ο τόσο προσεκτικός και
εμπειρικός φιλόσοφος να διανοηθεί ότι η ύλη από μόνη της, αυτό το μέσο-αρχή της φύσης, δηλαδή αυτή
η έλλειψη πραγματικότητας μπορεί να γίνει από το μηδέν κάτι που δεν ήταν
ποτέ προηγουμένως. Ένα τέτοιο μέσο έναρξης κοινό για όλα τα πράγματα χωρίς δομή και δικά του χαρακτηριστικά δεν μπορούσε να σχηματίσει κάποια μορφή, να οργανωθεί, και να αποκτήσει ποιότητα χωρίς τη
μεσολάβηση μίας κοινής ή ρυθμιστικής αρχής. Η ύλη έπρεπε να είναι μία πρώτη
πραγματικότητα από ένα πλήθος ξεχωριστών ποσοτήτων (και έπρεπε σχετικά να «μην είναι», σύμφωνα με τη γλώσσα του Χέγκελ). Γι' αυτό η ύλη (τέτοια ως παθητική
και χωρίς δική της δομή ή άλλα εσωτερικά στοιχεία) χρειαζόταν τη συντονιστική δύναμη μιας
άλλης ύπαρξης (αν όχι τη "μορφή" της τελειωμένης πραγματικότητας, με την οποία η ύλη αναγκαστικά
συνυπάρχει σύμφωνα με την άποψη ενός ολοκληρωμένου Σύμπαντος).
Η μορφή (ή η ποιότητα) σύμφωνα με τον Αριστοτέλη είναι η πραγματοποίηση της δυνατότητας ύπαρξης των πραγμάτων, η οποία
επιτυγχάνεται από μία διαρκώς
ενεργή αρχή «το πρώτο κινούν». Η πρώτη αιτία πραγματοποιεί διαρκώς και
ταυτόχρονα όλες τις δυνατότητες, ενώ η ίδια δεν είναι μία δυνατότητα και δεν
συνδέεται με την ύλη. Η τοποθέτηση της πρώτης αιτίας έξω από κάθε υλικότητα
είναι η συνέπεια της άγνοιας για την άμεση σχέση ανάμεσα στην ύλη και στη
μορφή. Δηλαδή, όταν η ύλη θεωρηθεί σαν στοιχειώδης ποσότητα και χωρίς δική της κίνηση ή ενέργεια,
τότε πρέπει να εξηγηθεί πώς σχηματίζονται και μεταβάλλονται οι διάφορες μορφές της. Αναγκαστικά τότε θα
ανατρέξουμε σε κάτι εξωτερικό και διαφορετικό της ύλης. Εάν, αντιθέτως, η ύλη θεωρηθεί σαν
στοιχειώδης ποσότητα που μόνη της, αποκλειστικά με δική της κίνηση και ενέργεια σχηματίζονται
όλες οι μορφές και οι ποιότητες (όπως πολλοί στοχαστές και ερευνητές υποστηρίζουν μέχρι τις μέρες μας και επικαλούνται την επιστημονική εμπειρία), τότε πρέπει να εξηγηθεί πώς οι στοιχειώδεις ποσότητες διατηρούν
τη δομή τους στο χρόνο και στο χώρο και πώς συγχρονίζονται μεταξύ τους, έτσι ώστε να προκύπτουν
πράγματα υποταγμένα σε νόμους και με σταθερές σχέσεις μεταξύ τους. Σε κάθε περίπτωση, ο Αριστοτέλης
αλλά και όλοι οι φιλόσοφοι, έθεταν ένα εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα, που η αποδεδειγμένη λύση του χρειάζεται
τη φυσική του 20ου αιώνα. Ωστόσο, όπως διαπίστωσε ο Αριστοτέλης, η ύλη και η μορφή βρίσκονται
πάντοτε μαζί στην πραγματικότητα. Κάθε πράγμα είναι ένας συνδυασμός αυτών των
δύο βασικών στοιχείων και όταν το πράγμα δεν υπάρχει, τότε παύει
αυτός ο συνδυασμός να υπάρχει, όχι η ύλη και η μορφή, που αποτελούν αιτίες ή στοιχεία της
ουσίας.
Όπως είπαμε, ο
Αριστοτέλης δέχτηκε σαν ουσίες τα πιο διαδεδομένα υλικά, τα οποία είχαν
παρατηρήσει οι προηγούμενοι Έλληνες φιλόσοφοι, τη "γη", το "ύδωρ", τον "αήρ" και το "πυρ" με τις
πιο φανερές ιδιότητες και αντιθέσεις τους για να εξηγήσει την ποικιλία των μορφών και τις
αναρίθμητες διαφορές των υλικών πραγμάτων. Αφού, όμως, είχε χωρίσει τον κόσμο σε σφαίρες με κέντρο τον
επίγειο κόσμο, γύρω από τον οποίο κινούνται ασταμάτητα οι ουράνιες σφαίρες, έτσι θεώρησε ότι πρέπει
να υπάρχει μία πέμπτη ουσία, αυτή που κάνει διαφορετικό τον ουράνιο κόσμο, και αυτή η πιο
ευκίνητη (σε σύγκριση με τα επίγεια υλικά) ουσία ήταν ο "αιθέρας". Πρέπει να παρατηρήσουμε, ότι ο Αριστοτέλης, έχοντας
αντιληφθεί την ανεξάντλητη ποικιλία των πραγμάτων σε αντίθεση με τα πιο γενικά χαρακτηριστικά
που εκείνος ξεχώρισε σε κατηγορίες, ήταν διστακτικός να ξεχωρίσει μία μόνο ουσία ή μία
μόνο κατηγορία σαν πιο απαραίτητη για τις υπόλοιπες. Προσπάθησε να δώσει σε κάθε κατηγορία του
ένα επιβεβλημένο ρόλο για την ύπαρξη του κόσμου και να δείξει, ότι οι βασικές ουσίες και αιτίες
συνυπάρχουν μαζί, χωρίς το ένα να προηγείται από το άλλο, αφού ορισμένα χαρακτηριστικά τα βρίσκουμε πάντοτε μαζί
στην εμπειρία.

|
Πρώτος ο
Αριστοτέλης από την αρχαία πόλη Στάγειρα της Μακεδονίας ερεύνησε τη
λογική και γλωσσική δυνατότητα του ανθρώπου και κατέγραψε τις
παρατηρήσεις και τα συμπεράσματά του. Τα συγγράμματα του Αριστοτέλη
για την ανθρώπινη σκέψη και τη λογική συγκεντρώθηκαν κατά τη
Βυζαντινή περίοδο σε ένα βιβλίο με το γνωστό τίτλο "Όργανον". Ο
Αριστοτέλης θεμελίωσε μία περιοχή της Επιστήμης που την αποκαλούμε
"Λογική". Το θεωρητικό έργο του αργότερα στο
Μεσαίωνα επηρέασε καθοριστικά τη φιλοσοφική και επιστημονική
σκέψη των Αράβων και σε όλη την Ευρώπη επί
πολλούς αιώνες. Οι βασικές παρατηρήσεις του Αριστοτέλη για το πώς
σχηματίζουμε τις σκέψεις μας και πώς ξεχωρίζουμε την αλήθεια (όπως
τους νόμους της λογικής, της ταυτότητας, της μη αντίφασης και το
νόμο του αποκλεισμένου τρίτου) διδάσκονται μέχρι σήμερα στα
σχολεία και στα Πανεπιστήμια όλου του κόσμου, σε μερικές περιπτώσεις
χωρίς να το γνωρίζουν οι διδασκόμενοι. Το φιλοσοφικό έργο του δεν έπαψε να αποτελεί
πηγή έμπνευσης για πολλούς στοχαστές και ερευνητές της φιλοσοφίας. Ο
Αριστοτέλης κατάφερε, ήδη από την προ Χριστού εποχή, να ξεχωρίσει
και να παραθέσει ένα μικρό αριθμό λέξεων από το πλήθος του
καθημερινού λεξιλογίου, δέκα θεμελιώδεις έννοιες τις οποίες αποκαλεί
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ, οι οποίες περιλαμβάνουν τα πρώτα και τα πιο απαραίτητα
γνωρίσματα που βρίσκουμε στα πράγματα, και κάτω από αυτές μπορούν να
υπαχθούν και να ταξινομηθούν οι υπόλοιπες έννοιες και τα πράγματα. |
