ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΑΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

HTML ΣΕΛΙΔΑ 7

Η δυνατότητά μας να γνωρίζουμε την πραγματικότητα προέρχεται από αυτήν την ίδια, στην οποία είμαστε σαν ένα από τα μέρη της και η γνώση μας έχει αρχίσει -με την πρώτη αντίληψή μας- πριν αναρωτηθούμε αν την έχουμε. Όπως δεν είναι αναγκαίο να διανοηθούμε ποιο είναι γενικά το Σύμπαν για να μπορούμε να διαπιστώνουμε ποια από εκείνα που αντιλαμβανόμαστε υπάρχουν πραγματικά. Η ίδια η αντίληψη[1] είναι ένας τρόπος εννόησης δημιουργημένη έμμεσα από τα ίδια τα πράγματα (αυτόματα, χωρίς επίγνωση, χωρίς τη δική μας σκόπιμη συμμετοχή) και γι’ αυτό είναι απ΄ όλους αυτονόητη και χρησιμεύει στις δραστηριότητές μας σαν βάσιμη, υπο­λογίσιμη και αξιόπιστη αλήθεια.

Τα πράγματα έχουν κοινά και σταθερά στοιχεία, δεν είναι τελείως άσχετα, διαφορετικά ή απροσδιόριστα το ένα από το άλλο και εμείς μπορούμε να τα αντιλαμ­βανόμαστε, με πρώτα αφηρημένα γνωστικά στοιχεία τα αισθήματα. Από τους συνδυασμούς των αισθημάτων σχηματίζονται αναπαραστάσεις των πραγμάτων και από τη ροή των πληροφοριών προσέχουμε, ξεχωρίζουμε και διαμορφώνουμε τις έννοιες[2] του λόγου. Η αντίληψη πρέπει να αρχίζει από κάποια αφαίρεση, που γίνεται μόνη της (βιολογικά και απρόσεκτα), γιατί αν όχι, τότε δε θα υπήρχαν μη αντιληπτά μέρη της πραγμα­τικότητας. Θα ήταν όλα αμέσως αντιληπτά. Αν ο προ­σδιορισμός της αντίληψης γινόταν μόνο από τα εξωτερικά πράγματα, τότε αυτή θα έπρεπε να μας δείχνει πολύ περισσότερα, αν όχι το σύνολο τους. Ο προσδιορισμός της αντίληψης εξαρτάται από τους δυνατούς τρόπους, με τους οποίους μπορεί να επηρεάζεται η ελλιπής πραγ­ματικότητα του εαυτού μας. Δηλαδή δεν είμαστε τα πάντα και δεν επη­ρεαζόμαστε ταυτόχρονα με όλους τους δυνατούς τρόπους.

Δεν είναι αναγκαία καμιά δυσνόητη θεωρία ούτε καμιά μακρινή φιλο­σοφική αναζήτηση, για να πούμε αν ο κόσμος που αντιλαμβανόμαστε είναι η ίδια η πραγματικότητα, κάτι το ανεξάρτητο από την αντίληψή μας. Αν συμ­φωνούμε ότι η αντίληψη (ή η αισθητηριακή πρόσληψη) δεν είναι αποτέλεσμα μόνο του εαυτού μας (των (βιολογικών δραστηριοτήτων του) ούτε είναι αποτέλεσμα μόνο των άλλων πραγμάτων, τότε δεν πρέπει να διαφωνή­σουμε ότι: η αντίληψη δεν μας δείχνει τα ίδια τα πράγματα έτσι όπως είναι εκείνα από μόνα τους· αλλά ούτε αντίθετα μας εξαπατάει, χωρίς να μας δείχνει τίποτε από το αληθινό είναι τους.

Χωρίς την ύπαρξή μας (υλική ή βιολογική και εσωτερική), βεβαίως θα ήταν αδύνατο να έχουμε κάποια αντίληψη ή εμπειρία και επομένως, αυτά (αντίληψη και εμπειρία) δεν μπορούν ποτέ να είναι ανεξάρτητα από την ποιότητα και τις δυνατότητες της ύπαρξής μας. Η ποιότητα της αντί­ληψης δεν είναι ανεξάρτητη από τον εαυτό μας στο σύνολό του. Δηλαδή, μπορούμε να πούμε ότι ο ένας όρος, για να είναι δυνατή κάθε αντίληψη των εξωτερικών πραγμάτων, είναι ο ίδιος ο εαυτός μας. Αυτό μπορούμε να το πούμε, χωρίς να χρειάζεται να ανα­φερθούμε ειδικότερα σε κάποια από τα μέρη του εαυτού μας ή για μερικές ιδιότητές του. Όπως λ.χ. στον εγκέφαλο, στο νευρικό σύστημα, στα αισθητήρια όργανα. Ο επηρεασμός ή η αλλαγή στην ποιότητα, στις δυνατότητες και στις σχέσεις του εαυτού μας με τα εξωτερικά πράγματα επηρεάζει (άμεσα ή πιο έμμεσα) ποια πράγματα, πού και πότε τα αντιλαμβανόμαστε, όπως και τη δυνατότητα της αντίληψης. Για τον ίδιο λόγο, ένα άλλο βιολογικό σώμα, το οποίο δεν είναι με την ίδια ποιότητα, δυνατό­τητες και σχέσεις δεν αντιλαμβάνεται τα ίδια πράγματα ή στην ίδια στιγμή.

Αν λοιπόν συμφωνούμε ότι τα αισθητηριακά στοιχεία και οι αντιλήψεις μας δεν δημιουργούνται ανεξάρτητα από τις επιδράσεις των πραγμάτων που βρί­σκονται έξω από το άμεσο είναι μας, πρέπει ακόμα να συμφωνήσουμε ότι αυτά σαν αποτελέσματα εξαρτώνται ποια είναι όχι μόνο από τις εξωτερικές αιτίες, αλλά και από τη συν-επίδραση και τις δυνατότητες του άμεσου εαυτού μας. Αν είναι έτσι -όπως μας φαίνεται ότι είναι, χωρίς πολλή ανάλυση- τότε αναμφίβολα ένα πράγμα «από μόνο του» είναι διαφορετικό από εκείνο που εμείς αντιλαμβανόμαστε. Μέσα στην αντίληψη (μιας οπτικής αντίληψης, ιδιαίτερα) πρέπει να βρίσκονται στοιχεία και τρόποι σύνδεσης, τα οποία προ­έρχονται από τη δραστηριότητα με την οποία είναι ο εαυτός μας και από τις δυνατές τροποποιήσεις του. Επειδή, όμως, αυτό το πράγμα μόνο του είναι διαφορετικό, δεν έπεται ότι δεν έχει τίποτε το κοινό μ' εκείνο που φαίνεται. Γιατί, το ίδιο το εξωτερικό πράγμα είναι μια αιτία, δηλαδή κάπως συντελεί στο είναι της αντίληψής μας. Πρέπει συνεπώς μέσα στην αντίληψη να βρί­σκονται στοιχεία προερχόμενα από τη δική του επίδραση και των δικών του χαρακτηριστικών. Τόσο εμείς όσο και τα εξωτερικά πράγματα αυτά από μόνα τους είναι τέτοια, έτσι ώστε εμείς να μπορούμε ν' αντιλαμβανόμαστε και εκείνα να μπορούν να γίνουν αντιληπτά. Με την αντίληψή μας πραγματο­ποιούνται μερικές από τις δυνατότητες του εαυτού μας και συγχρόνως των πραγμάτων και δείχνει πάντοτε ένα μέρος από την πραγματικότητα, ποτέ το σύνολό της.

Η αντίληψη των εξωτερικών πραγμάτων είναι πάντοτε ένα αποτέλεσμα από τη σχέση ανάμεσα σ’ εκείνα και στον εαυτό μας. Αυτή η σχέση μας με τα πράγματα (η θέση, η στιγμή, η κατεύθυνση, η απόσταση, η γωνία, η βιολογική και η ψυχική κατάσταση κ.λπ.) αλλάζει με διάφορους τρόπους και δείχνει πάντοτε ένα μέρος από την πραγματικότητα, ποτέ το σύνολό της. Η αντίληψη του συνόλου δε θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί. Έτσι, η ίδια η αντίληψη (η πληροφορία μας, εάν προτιμάτε) είναι απο­σπασματική γνώση της πραγμα­τικότητας, όπως είναι οι έννοιες του λόγου και δεν δείχνει τα πράγματα, όπως ακριβώς είναι μόνα τους (και με όλους τους δυνατούς τρόπους). Το ότι η αντίληψη δεν είναι άμεσα τα πράγματα και δεν μας τα δείχνει ακριβώς όπως είναι (δηλαδή ανεξάρτητα από τον εαυτό μας), αυτό δεν σημαίνει ότι τα πράγματα δεν υπάρχουν. Αντιθέτως σημαίνει, ότι εκείνα δεν είναι τελείως διαφορετικά από εμάς και ακόμα, ότι τα πράγματα δεν είναι χωρίς σχέσεις, αλληλεπιδράσεις και κοινά στοιχεία.

Δεν είναι δυνατό ν’ αντιλαμβανόμαστε όλα τα πράγματα στην ίδια στιγμή (ή όλα τα μέρη τους) και η αντίληψη πρέπει ν’ αποτελείται από μερικά σταθερά γνωρίσματα, ανεξάρτητα από το αν αντιστοιχούν σε κάποια στοιχεία των πραγμάτων. Αυτά τα «ασύνθετα» γνωρίσματα στη σύσταση μιας πολυσήμαντης αντίληψης, τα οποία ονομάζουμε «αισθήματα» ή «ερεθισμούς», είναι και αυτά έννοιες, δηλαδή κοινά και σταθερά γνωρίσματα με αφηρημένη σημασία. Τα αισθήματα, όπως λ.χ. ένα χρώμα ή το αίσθημα της θερμοκρασίας είναι έννοιες υπό την αισθητικότητα (με εξωτερική επίδραση), διότι είναι κοινά και σταθερά γνωρίσματα. Γνωρίσματα από κάποια αφαίρεση, η οποία γίνεται μόνη της και μας δείχνουν χωρίς διαφορές (και λεπτομέρειες) ακόμα και όταν τα πράγματα δεν είναι διαρκώς τα ίδια. Η "παρανόηση" αρχίζει άμεσα από την αντίληψη, όπως και η εννόηση, από την οποία αφαιρούνται αναγκαία κάποια γνωρίσματα των πραγμάτων και τα ίδια τα αισθήματα συνταυτίζονται με ανύπαρκτα πράγματα ή ουσίες. Έτσι εξηγείται, γιατί η αντίληψη δε μας δείχνει ακριβώς όπως είναι τα πράγματα. Εάν η αφαιρετική δυνατότητα ονομάζεται διάνοια ή είναι μια διανοητική δραστηριότητα, τότε το ίδιο πρέπει να πούμε και για τη δυνατότητα της αντίληψης. Από την άλλη πλευρά, οι σχέσεις ανάμεσα στα κοινά στοιχεία της αντίληψης (οι ερεθισμοί που την αποτελούν) είναι η αρχή για την εύρεση κοινών στοιχείων και σχέσεων που υπάρχουν στην πραγματικότητα. Αυτό πρέπει να εννοούμε, όταν λέμε με κάποια ασάφεια, ότι οι αντιλήψεις μας είναι αποτέλεσμα αντανάκλασης ή αναπαράστασης της πραγματικότητας. Αρκεί αυτή η τελευταία (η πραγματικότητα) να συνεργεί στη διαμόρφωση των αντιλήψεών μας για να έχουμε αρχίσει να τη γνωρίζουμε έτσι άμεσα, ακόμα και αν οι αντιλήψεις μας ήταν -αν δεν είναι- φτιαγμένες από «ιερογλυφικά», ακόμα και αν τα αρχικά αισθήματα και οι ερεθισμοί ήταν τελείως διαφορετικά από αυτά τα οποία είναι τώρα.

Η αισθητικότητα και η νοητικότητα δεν είναι δύο αντίθετες ιδιότητες και η μία δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς την άλλη. Η διαφορά τους είναι, ότι η πρώτη πραγμα­τοποιείται έμμεσα, από έξω, ενώ η άλλη άμεσα, από το έσω. Στην ίδια την αντίληψη μπορούμε να προσθέτουμε ή να αφαιρούμε γνωρίσματα (όπως κάνουμε στις γλωσσικά εξω­τερικευμένες έννοιες) και τότε λέμε, ότι στρέφουμε την προσοχή μας ή ότι συγκεν­τρωνόμαστε. Μία αντίληψη, την οποία συν­ταυτίζουμε με μία ή περισσότερες άλλες, όταν δεν δια­πιστώνουμε ή δεν προσέχουμε τις διαφορές τους, μπορεί να θεωρηθεί σαν έννοια. Η ανα­σύνθεση μίας αντίληψης μέσα στην αυτο­συγκέντρωση δεν έχει τη σαφήνεια και τη λεπτομέρεια, που διαπιστώνουμε σ’ εκείνη. Δηλαδή, μερικά από τα γνωρίσματά της δεν υπάρχουν στην εσωτερική ανα­σύνθεσή της και επο­μένως μπορούμε να τη θεωρήσουμε σαν έννοια, αντί για ασαφή και ανακριβή αντίληψη.

 

 

 [1] Με τη στενή έννοια της, σαν παράσταση περιορισμένη στις αισθήσεις, σαν εσωτερική αντανάκλαση από την επίδραση των εξωτερικών πραγμάτων.

[2] Αναζήτησε τον ορισμό της «έννοιας»

Back To Topεπάνω

 

πίσω   σήμα cosmo-ethic   πίσω

 

 

> Σχετικές σελίδες <

ΠΡΑΓΜΑΤΑ & ΛΕΞΕΙΣ 1 | ΠΡΑΓΜΑΤΑ & ΛΕΞΕΙΣ 2  | ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΖΩΑ

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ 1 | ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ 2 | ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ 3

ΓΝΩΣΗ & ΕΜΠΕΙΡΙΑ | ΟΙ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ | ΝΟΗΣΗ & ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ | ΓΝΩΣΗ ΧΩΡΙΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑ? | ΛΕΞΕΙΣ & ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ

Η ΑΠΛΗ ΛΟΓΙΚΗ | ΣΚΕΨΗ & ΕΜΠΕΙΡΙΑ | ΓΝΩΣΗ & ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ; | ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ & ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

ΠΟΣΟ ΑΞΙΟΠΙΣΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ Η ΣΚΕΨΗ ΜΑΣ; | ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΟΥ

ΑΠΟΡΡΙΨΗ | ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ & ΘΡΗΣΚΕΙΑ | ΕΠΙΣΤΗΜΗ & ΖΩΗ | ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ & ΔΙΑΝΟΙΑ

 

 

the-background